συμπύκνωση

Συμπύκνωση τόσο στη Φυσική όσο και στη Χημεία ονομάζεται η μετατροπή αερίου σε υγρό ή στερεό. Η συμπύκνωση αποτελεί δε μια από τις αλλαγές φάσεων της φυσικής μορφής της ύλης. Γενικότερα, ο όρος χαρακτηρίζει αυξημένη πυκνότητα ύλης.
Καθώς ψύχεται ένα αέριο τα σωματίδια που το συγκροτούν αρχίζουν να ταλαντώνονται πολύ επιβραδυντικά. Έτσι σιγά σιγά ισχυροποιούνται οι μεταξύ τους ελκτικές δυνάμεις με αποτέλεσμα το αέριο να συμπυκνώνεται σε υγρό. Η συμπύκνωση γίνεται σε θερμοκρασίες από το σημείο βρασμού και κάτω. Για παράδειγμα το οξυγόνο συμπυκνώνεται στους -183° C (ή -297° F). Αν αυξηθεί η πίεσή του, τότε θα συμπυκνωθεί σε χαμηλότερη θερμοκρασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συμπύκνωσης ατμού είναι όταν η λάβα ενός ηφαιστείου φθάνει στη θάλασσα. Ενώ η επιφάνεια της θάλασσας δείχνει να βράζει, ο ανερχόμενος ατμός συμπυκνώνεται σε νέφη υδρατμών.
Η συμπύκνωση διακρίνεται σε δύο είδη: την υγροποίηση και την απόθεση. Στο πρώτο είδος η ύλη γίνεται υγρή, στο δεύτερο η ύλη γίνεται στερεή.
http://el.wikipedia.org

1scan31“Το Εκτεταμένο Πεδίο μέσα στο οποίο λειτουργεί ο Κύβος Συμπύκνωσης, είναι αυτό της σύγχρονης κοινωνίας: απελευθερωμένος από κάθε τύπου αναφορές και περιορισμούς σε αισθητικές θεωρίες σχετικά με τη γενικότερη μορφή του κύβου, αποτελεί τοπιογραφία της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της εποχής του, αλλά σαν σύστημα-σε πραγματικό χρόνο το οποίο μετά από περισσότερα από σαράντα χρόνια εξακολουθεί να λειτουργεί, διακρίνουμε μια διαχρονικότητα που τον καθιστά επίκαιρη τοπιογραφία της σύγχρονης εποχής…Ο Κύβος αποτελεί ένα σύστημα το οποίο συναντά πολύ μεγάλη αντίσταση στη λειτουργία και άρα στην ίδια την ύπαρξή του. Πρόκειται για ένα διάφανο κλειστό δοχείο από plexiglas, διαστάσεων 30 x 30 x 30 cm, στο εσωτερικό του οποίου ενεργεί πλήθος δυνάμεων αντικρουόμενων μεταξύ τους, προκειμένου αυτές να εξισορροπηθούν, καθώς λαμβάνει χώρα το φαινόμενο της συμπύκνωσης, ορατό στους εξωτερικούς παρατηρητές σαν μια αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη διαδικασία. Όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος αυξάνεται διαρκώς ως αποτέλεσμα των αλλαγών και των εξελίξεων οι οποίες διεξάγονται στην κοινωνία και τον πλανήτη, όπως περιγράφονται παραπάνω, οι μη ορατές δυνάμεις που εμφανίζονται στο εσωτερικό του Κύβου εντείνονται, με αποτέλεσμα να εντείνεται στη συνέχεια το φαινόμενο της συμπύκνωσης. Ο Κύβος λειτουργούσε και εξακολουθεί να λειτουργεί σαν καθρέπτης της σύγχρονης κοινωνίας, αντανακλώντας τις αλλαγές που συμβαίνουν σε αυτήν μέσω του ρυθμού της συμπύκνωσης η οποία λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό του.
“Κατερίνα Φιλοπούλου, Ο Κύβος Συμπύκνωσης Ένα σύστημα σε πραγματικό χρόνο, kaput 06. http://www.kaput.gr

“Η μνησικακία αποτελεί το δυσάρεστο δευτερογενές ηθικό συναίσθημα χωρίς συγκεκριμένους αποδέκτες το οποίο λειτουργεί ως χρόνια επαναβίωση καταπιεσμένης και αδιέξοδης φιλεκδικίας, εχθρότητας, ζήλιας και αγανάκτησης εξαιτίας της αδυναμίας που νοιώθει το υποκείμενο να τις εκφράσει, με αποτέλεσμα στο επίπεδο των αξιών να απαρνιέται ό,τι ασυνείδητα επιθυμεί.”
Νίκος Δεμερτζής, Λαϊκισμός και μνησικακία. Μια συμβολή της (πολιτικής) κοινωνιολογίας των συγκινήσεων στο Επιστήμη και Κοινωνία, Τ. 12, σελ. 86, εκδ. Σάκκουλα, Άνοιξη 2004. http://www2.media.uoa.gr

“Η μνησικακία είναι ένας ψυχολοχικός αυτό δηλητηριασμός με προσδιορισμένες αιτίες και αποτελέσματα. Είναι μια ψυχολογική διάθεση με κάποια διάρκεια , η οποία , δια συστηματικής απωθήσεως , απελευθερώνει ορισμένες συγκινήσεις και αισθήματα , που είναι αφ¨εαυτών φυσιολογικά και εγγενή στην ανθρώπινη φύση… Ανάμεσα στις συγκινήσεις και στα συναισθήματα που υπονοούμε, πρέπει να αναφέρουμε προπάντων τα εξής : τη μνησικακία και τη λαχτάρα για εκδίκηση, το μίσος , τη μοχθηρία , τη ζηλοτυπία, το φθόνο και τη κακεντρέχεια”
Μαξ Σελερ : Ο Μνησίκακος Άνθρωπος, Μτφ Κωστή Παπαγιώργη, εκδ Ινδικτος Αθήνα.

Ο ελληνικός λαϊκισμός στον αστερισμό της μνησικακίας
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και εντεύθεν, με κορύφωση ίσως την πενταετία 1989-93, ο λαϊκισμός γενικώς και ο ελληνικός λαϊκισμός ειδικότερα συγκέντρωσαν το έντονο ενδιαφέρον της εγχώριας πολιτικής κοινωνιολογίας, αλλά και των ιστορικών, των ανθρωπολόγων και άλλων εκπροσώπων των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Ως επί το πλείστον, η θεωρητική και εμπειρική έρευνα εστιάσθηκε στον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ καθόλη τη δεκαετία του 1980, αρχής γενομένης από διανοούμενους της Αριστεράς, οι οποίοι προσπάθησαν να εξηγήσουν την ταχύτατη ανοδική πορεία του κόμματος αυτού στην εξουσία και να το διαφοροποιήσουν από τον σοσιαλιστικό, σοσιαλδημοκρατικό, αριστερό και `προοδευτικό’ χώρο. Σε όλη αυτή την περίοδο, πλήθος βιβλίων, επιστημονικών άρθρων, συλλογικών τόμων, διδακτορικών διατριβών σε ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, δημοσιογραφικών κειμένων και ραδιοφωνικών εκπομπών λόγου αφιερώθηκαν στην εξήγηση του ελληνικού λαϊκισμού υιοθετώντας ποικίλες και ενίοτε εναλλακτικές θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις (μαρξιστικές, μεταμαρξιστικές, λειτουργιστικές, συγκριτικές, ιστορικές, δομιστικές, ανθρωπολογικές, κ.λπ.).
Είναι προφανές ότι στο παρόν κείμενο δεν είναι δυνατόν ούτε και πρέπει να γίνει συστηματική αναφορά στις αναλύσεις αυτές. Θα αρκεσθώ μόνο να υπομνηματίσω το άρθρο των Λυριντζή και Σπουρδαλάκη (1993), στο οποίο επισκοπείται η ελληνική επί του θέματος βιβλιογραφία κατά τη περίοδο 1977-93, τον συλλογικό τόμο του Clogg (1993) και την πρόσφατη εργασία του Πανταζόπουλου (2001). Θεωρώντας γνωστό το έργο αυτό, θα προβώ στη συνέχεια σε ορισμένα πλαισιωτικά σχόλια γύρω από τον ελληνικό λαϊκισμό αξιοποιώντας, ίσως κατά τρόπο σχηματικό, τα κριτήρια του Wiles (1969).
Στο γνωστό του κείμενο, ο Wiles απομόνωσε είκοσι τέσσερα στοιχεία που κατά την άποψή του συγκροτούν τον λαϊκιστικό κώδικα. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύονται μέσα από τη βασική παραδοχή ότι το `καλό’ είναι με το μέρος των παραδόσεων της πλειοψηφίας του απλού λαού (Wiles 1969: 166). Φυσικά, δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλα αυτά τα στοιχεία σε κάθε κίνημα ή πολιτικό πρόγραμμα προκειμένου αυτό να χαρακτηρισθεί λαϊκιστικό. Επιμέρους συνδυασμοί που εξαρτώνται από τη συγκυρία, την πολιτική κουλτούρα και το διεθνές περιβάλλον μπορούν κάλλιστα να αναδείξουν τη λαϊκιστική φυσιογνωμία ενός κινήματος, κόμματος ή προγράμματος αρκεί, βεβαίως, κάθε φορά, να ενδημεί η παραπάνω βασική παραδοχή10. Από τα είκοσι τέσσερα, λοιπόν, ιδεοτυπικά στοιχεία του Wiles, είμαι της γνώμης ότι τα δώδεκα εντοπίζονται οπωσδήποτε στην ελληνική περίπτωση:

1. Ως ιδεολογία, ο λαϊκισμός χαρακτηρίζεται από χαλαρότητα και ασάφεια.

2. Οπως και άλλοι λαϊκισμοί, ο ελληνικός λαϊκισμός είναι πολύ περισσότερο ηθικιστικόςκαι λιγότερο προγραμματικός. Δεν ενδιαφέρει τόσο η αποτελεσματικότητα και η ορθολογική συνέπεια λόγων και έργων, όσο η εμμονή σε μια `ηθική του φρονήματος’, η οποία πηγάζει από τη μυθική αυτοϊδεοποίηση του `λαού’ (Λίποβατς 1991: 218) και το `αυταπόδεικτο’ δίκαιο των `λαϊκών αιτημάτων’. Ο ηθικισμός του ελληνικού λαϊκισμού της δεκαετίας του 1980 εκφράστηκε με την `υπερπολιτικοποίηση’ του εκλογικού σώματος υπό την έννοια της προσκόλλησης στο κράτος, το οποίο γίνεται αντιληπτό ως πεδίο άντλησης προνομίων, προστασίας και κύρους (Σπουρδαλάκης 1988: 110-111, Δεμερτζής 1990: 85). Οπως έχει δείξει ο Thompson (1971, 1978), στην `ηθική οικονομία’ οι φτωχές λαϊκές μάζες προσανατολίζονται στην αγορά ως καταναλωτές που ζητούν `δίκαιες τιμές’, ως φορολογούμενοι που πιέζουν για απαλλαγές και μειωμένα φορολογικά βάρη και ως εργαζόμενοι που ζητούν προστασία των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων. Προσανατολίζονται, άρα, στον πατερναλιστικό και παρεμβατικό ρόλο του κράτους βάσει εξω-οικονομικών ηθικών κριτηρίων. Τηρουμένων των ιστορικών διαφορών και των χρονικών αποστάσεων, κάτι αντίστοιχο συνέβη στην περίπτωση του ελληνικού λαϊκισμού11.

3. Ο ηθικισμός συνδέεται με μια εργαλειακή αντίληψη του κράτους. Οταν τους αφορά άμεσα, οι λαϊκιστές θέλουν το κράτος αρωγό και όχι ισχυρό: η κυβέρνηση οφείλει να κάνει ό,τι οι ίδιοι δεν μπορούν να πετύχουν από μόνοι τους. Οταν, όμως, πρόκειται για υποθέσεις που δεν τους αφορούν άμεσα, δεν αντιλέγουν σε ισχυρές και αυταρχικές κρατικές παρεμβάσεις όπως είναι π.χ. η καταστολή εξωσυστημικών πολιτικών διαμαρτυριών, απεργιών που δεν ελέγχονται από τα επίσημα συνδικάτα, κ.λπ.

4. Βεβαίως η χαρισματική ηγεσίαδεν θα μπορούσε να λείπει από την κωδικοποίηση του ελληνικού λαϊκισμού. Ως ηγετική προσωπικότητα, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν, για μια εικοσαετία, ο συνδετικός κρίκος του ίδιου του ΠΑΣΟΚ, όντας για τις μάζες αντικείμενο άμεσης ταύτισης και μοχλός πολιτικών ανατροπών (Κατσούλης 1996).

5. Ο αντι-διανοουμενισμόςκαι η αριστοφοβία είναι ένα άλλο κλασικό σύμπτωμα του λαϊκισμού. Δια στόματος Ανδρέα Παπανδρέου: `τα μεγάλα συνθήματα βγήκαν από αγώνες, δεν βγήκαν σε γραφείο, από καμιά ελίτ. Βγήκαν στα χωριά, στα χωράφια, στα εργοστάσια, στις γειτονιές’ (αναφέρεται στο Πανταζόπουλος 2001: 153).

6. Η αποστροφή στους τεχνοκράτεςείναι ένα άλλο συναφές στοιχείο του ελληνικού λαϊκισμού: `Θέλουμε τη δημιουργία επιστημόνων και όχι τεχνοκρατών, οι οποίοι να ζουν στην Ελλάδα και την πονούν, που να εκφράζουν τον παλμό του λαού’, αναφέρει ο Παπανδρέου (Πανταζόπουλος 2001: 153).

7. Η αντίθεση στο κατεστημένουπήρξε μόνιμη επωδός του ελληνικού λαϊκιστικού λόγου με χαρακτηριστικότερη έκφραση την αντίθεση ανάμεσα στους προνομιούχους και τους μη προνομιούχους Ελληνες. Στη λαϊκιστική λογική το `κατεστημένο’ είναι ο απαραίτητος όρος για την κατανόηση του κόσμου βάσει του δίπολου `Εμείς’-`Αυτοί’ (Hoggart 1958/1984: 72 επ.).

8. Και ο ελληνικός λαϊκισμός αποφεύγει την ταξική γλώσσαακριβώς επειδή πάνω και πέρα από τις τάξεις υπάρχει ο πανπεριέχων `λαός’. Ετσι, μπορεί να ευνοεί τις προστριβές και τις εξεγέρσεις του πλήθους, πλην όμως δεν μπορεί να είναι επαναστατικός και να στηρίζει οργανωμένες συγκρούσεις συμφερόντων.

9. Ο ελληνικός λαϊκισμός είναι περισσότερο αστεακός, λαϊκισμός δηλαδή των πόλεων, και λιγότερο της υπαίθρου. Το ακροατήριό του, ωστόσο, αποτελείται πρωτίστως από σχετικά πρόσφατους, εξ υπαίθρου, εσωτερικούς μετανάστες, οι οποίοι προσδίδουν στην ελληνική κοινωνία μια μετα-αγροτική υφή. 10. Ο ελληνικός λαϊκισμός είναι πρωτίστως μικροαστικός, συνιστά την πολιτική κουλτούρα του μικροαστισμού (Δεμερτζής 1996).

11. Οπως στις περισσότερες περιπτώσεις, ο λαϊκισμός στην Ελλάδα συνοδεύεται από ρατσιστικές(και εθνικιστικές) αντιλήψεις.

12. Αν και εναντιώνεται στην προσλαμβανόμενη, όσο και αφηρημένη, ανισότητα μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων, ο λαϊκισμός στην Ελλάδα φαίνεται να επικυρώνει παραδοσιακές ανισότητεςπου τον ευνοούν: οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, η ανισοτιμία πόλης-υπαίθρου, η παραοικονομία, η εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας, η υποτελής κοινωνική θέση των οικονομικών μεταναστών και προσφύγων είναι αρκούντως ενδεικτικά παραδείγματα. Κατά κανόνα, οι περιπτώσεις αυτές δεν θίγονται από τη λαϊκιστική κριτική.

Είναι πρόδηλο ότι όλα αυτά εγγράφονται στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας στον χρόνο της μέσης και της μακράς διάρκειας, καθώς επίσης και στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού (νόθα αστικοποίηση, ημιπεριφέρεια, κ.λπ.). Και, φυσικά, δεν μπορούν παρά να προϋποθέτουν και να γεννούν ποικίλα συναισθήματα, ηθικά και μη ηθικά, συμπληρωματικά αλλά και ανταγωνιστικά. Λόγου χάρη, η συνωμοτική θεωρία της ιστορίας και των διεθνών σχέσεων12, μονίμως τροφοδοτούμενη από την `εξάρτηση’, συνιστά μια πρωτόλεια μορφή εξηγητικού συλλογισμού που αναπηδά από το άγχος που νιώθουν οι άνθρωποι απέναντι σε, πραγματικά ή φαντασιακά, ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Η αδυναμία που βιώνουν οδηγεί σε άγχος αβοηθησίας και δυσανεξία. Οι ίδιοι, όμως, αυτοί άνθρωποι, κάτω από άλλες συνθήκες, μπορεί να αισθανθούν τον εαυτό τους ανίκητο, ιδιαίτερα όταν, ακολουθώντας τον ηγέτη, θεωρήσουν ότι έχουν το πάνω χέρι απέναντι στο `κατεστημένο’.
Η νοσταλγία είναι ένα άλλο συναίσθημα που προκαλεί και προκαλείται από τον λαϊκισμό των Νεοελλήνων. Και τούτο, όπως προαναφέρθηκε, όχι τόσο ως πολιτική ιδεολογία, όσο ως πολιτιστική αναφορά. Το εν λόγω συναίσθημα εξηγείται από την ειδική σχέση του λαϊκισμού με την παράδοση. Ούτως ή άλλως, είτε πρόκειται για αναπτυσσόμενες είτε για αναπτυγμένες χώρες, ο λαϊκισμός αναδύεται ως έμμεση απάντηση σε προβλήματα που ανακύπτουν από τις συνέπειες του εκσυγχρονισμού (Stewart 1969: 180-1). Συνέπειες, που αφορούν εντάσεις ή/ και κρίσεις που πηγάζουν από τη θέση μιας χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και συμβολικού κεφαλαίου αφενός, και από κοινωνικές, περιφερειακές, διαταξικές και ενδοταξικές ανισότητες στο εσωτερικό της αφετέρου. Γι’ αυτό και λαϊκιστικά φαινόμενα δεν παρατηρούνται αποκλειστικά στις κοινωνίες της ημι-περιφέρειας, αλλά και στις χώρες του κέντρου (Μουζέλης 1987).
Η ελληνική περίπτωση, πάντως, εμπίπτει ανέτως στη χορεία των λαϊκισμών της ημιπεριφέρειας όπου οι μάζες εντάσσονται στο πολιτικό σύστημα μέσα από κάθετες συσσωματώσεις και κινητοποιήσεις που βασίζονται στη λογική της ισοδυναμίας, εν αντιθέσει προς την οριζόντια (ταξικού) τύπου ενσωμάτωση που θεμελιώνεται στη λογική της διαφοράς και της συνάρθρωσης επιμέρους συμφερόντων (Mouzelis 1985). Κατά επιλεκτικό τρόπο, ο λαϊκισμός στηρίζει την κινητοποιητική αυτή διαδικασία στην αναβίωση παραδοσιακών αξιών και προτύπων. Σύμφωνα με τον Stewart (1969: 182, 187), ως προς αυτό τα λαϊκιστικά κινήματα χαρακτηρίζονται από ιανοπροσωπία: από τη μια μεριά πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν τη διαδικασία εκσυγχρονισμού, από την άλλη όμως χαράσσουν μια ορισμένη συνέχεια με πλευρές της παραδοσιακής κουλτούρας η οποία, ωστόσο, έχει ήδη επηρεασθεί και διαβρωθεί από νεωτερικά στοιχεία.
Νίκος Δεμερτζής, Λαϊκισμός και μνησικακία. Μια συμβολή της (πολιτικής) κοινωνιολογίας των συγκινήσεων στο Επιστήμη και Κοινωνία, Τ. 12, σελ. 86, εκδ. Σάκκουλα, Άνοιξη 2004.
http://www2.media.uoa.gr

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s