Προς κ. Γκίκα Χαρδούβελη – Της Έλενας Ακρίτα

http://www.palmografos.com/
Αγαπητέ κύριε,
Μένω Φιλοθέη. Γεννήθηκα Φιλοθέη, εκεί είναι το πατρικό μου. Το σπίτι μας χτίστηκε, πριν γεννηθώ εγώ, από τον παππού μου. Αυτό με καθιστούσε στα μάτια του προκατόχου σας Γιάννη Στουρνάρα κάτι σαν τον Μπιλ Γκέιτς και βάλε. Και με φορολόγησε ανάλογα. Κι εσείς συνεχίζετε το θεάρεστο έργο του. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να σας μιλήσω λίγο για «μας»… Για μας και για τη γειτονιά μας…

Το 1920, η τότε διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος διάλεξε μια μακρινή – για τα δεδομένα της εποχής – περιοχή για να στεγάσει εκεί τους υπαλλήλους της. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η περιοχή αυτή αποσπάται από τον Δήμο Χαλανδρίου και αναγνωρίζεται ως αυτόνομη.

Περίπου τη δεκαετία του ’50 προστίθενται οι δημοσιογράφοι. Οι πατεράδες και οι παππούδες μας. Που έπαιρναν κάθε μέρα το λεωφορείο 24 της γραμμής Φιλοθέη – Ακαδημίας για να πάνε στις εφημερίδες τους. Και το βράδυ μαζεύονταν στο καφενεδάκι της πλατεΐτσας και συζητάγανε για τα πολιτικά. Δημοσιογράφοι που – για μας τους νεότερους – θα αποτελούσαν αργότερα Δασκάλους, Ορόσημα, Μέντορες! Τους θυμάμαι. Ημουνα πεντάχρονο κοριτσάκι και τους θυμάμαι, μια ζωή, να ξεροσταλιάζουν περιμένοντας το λεωφορείο 24. Ανάμεσά τους, εκεί στην ίδια στάση και ο πατέρας μου, ο Λουκής Ακρίτας.

Δεν είμαστε, κύριε Υπουργέ, σαν το Παλαιό Ψυχικό και την Κηφισιά που ανέκαθεν κατοικούνταν από μεγαλοαστούς «αριστοκράτες» – που κι αυτοί τώρα πια ξεσπιτώνονται ένας ένας.

Μεσοαστική γειτονιά ήταν η Φιλοθέη, όταν μεγάλωσα. Παίζαμε στον δρόμο και η μάνα μας μάς έστελνε να δανειστούμε μια κούπα ρύζι από τη γειτόνισσα. Την κυρα-Μαρία που ακόμα μένει απέναντι μας. Και που ο άνδρας της είχε φούρνο στο Χαλάνδρι – τέτοια χλιδή!

Με τα πόδια πηγαίναμε στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς μας. Κι έπειτα στο περίπτερο για να πάρουμε εφημερίδα του μπαμπά και σοκολάτα που είχε καρτούλες με ηθοποιούς και ποδοσφαιριστές για μας. Και το καλοκαιράκι παίζαμε κλέφτες κι αστυνόμους, στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα κι αγέλαστα. Και ζηλεύαμε τη Σίσσυ που είχε φορητό τρανζιστοράκι κι ερχόταν στην πλατεία να μας κάνει φιγούρα. Εμάς οι γονείς μας δεν μπορούσαν να μας πάρουν τόσο ακριβά δώρα. Ούτε ποδήλατο δεν είχα εγώ η «αρχοντοπούλα», κύριε Υπουργέ. Εξού και δεν έμαθα ποτέ – κάτι για το οποίο ντρεπόμουν φριχτά.

Μια κοινότητα ήμασταν, που λέτε. Ενα χωριό. Αν έχετε παρακολουθήσει – όπως όλοι μας – ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, θα δείτε εκεί τα σπίτια μας: τις μικρές μονοκατοικίες του ’50, τους κηπάκους με τα τριαντάφυλλα τις καγκελόπορτες των οποίων διασχίζουν ο Παπαμιχαήλ, ο Μίμης Φωτόπουλος, η Καρέζη και τόσοι άλλοι…

Μετά, επί χούντας, εκτοξεύτηκε η αξία της περιοχής. Χτίστηκαν πολυκατοικίες και γίναμε η χαρά της πολεοδομικής αυθαιρεσίας. Παρ’ όλα αυτά, εμείς όλοι όσοι είμαστε γέννημα-θρέμμα παραμείναμε στα σπίτια μας.

Τώρα οι παιδικοί μου φίλοι έχουν ξεκληριστεί. Γονάτισαν από τα χαράτσια και δεν έσωσαν τα σπίτια τους. Τα πούλησαν για ψίχουλα στα κοράκια που περιμένουν στη γωνία: μεγαλοεργολάβοι, σουπερμαρκετάδες, λαμόγια και καθάρματα που κολυμπάνε στο χρήμα.

Οσοι μείναμε προσπαθούμε να σώσουμε τα πατρικά μας. Τα σπίτια όπου γεννηθήκαμε. Περπατάω στη γειτονιά μου και κάθε μήνα άλλη μια μπουλντόζα γκρεμίζει το παλιό σπίτι με τον κηπάκο… Αλλος ένας φίλος φεύγει – άλλος ένας μιζαδόρος μαυραγορίτης παίρνει τη θέση του…

Ποιοι είμαστε «εμείς»; Οι «φιλοθεάτες»;

Είναι η φίλη μου από το νηπιαγωγείο που σπούδασε γιατρός. Κι αντί να πιάσει στασίδι σε κολονακιώτικο γραφείο, προτίμησε να αφιερώσει τη ζωή και την καριέρα της στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Με αποτέλεσμα το κράτος να την τιμωρεί γι’ αυτό! Και να μην μπορεί πλέον να σώσει το σπίτι της – ένα ρημάδι που θα περάσει σε ξένα χέρια… Είναι ο παιδικός μου φίλος που μια δουλίτσα είχε και φαλίρισε. Είναι η συμμαθήτρια που καταστράφηκε κι έφυγε και πάντα. Είναι ο φούρναρης.

Είμαστε όλοι εμείς. Που δεν κλέψαμε, που δεν κρύψαμε, που δεν βρωμίσαμε τα χέρια μας. Που δουλέψαμε. Που δουλεύουμε – όσοι έχουμε ακόμα δουλειά. Που μπορούμε να κοιτάξουμε τα παιδιά μας στα μάτια. Αλλά που αποφεύγουμε το βλέμμα τους, όταν μας ρωτούν: «Θα μπορέσω ποτέ εγώ να συντηρήσω αυτό το σπίτι;».

Αυτό το γράφω γιατί με πιάνει το παράπονο, κύριε Υπουργέ. Με πιάνει το παράπονο όταν διαβάζω «τι ανάγκη έχουν αυτοί που ζουν εκεί». «Αυτοί» είμαστε όλοι εμείς. Τα παιδιά και τα εγγόνια τραπεζικών υπαλλήλων και δημοσιογράφων που εκτοπίζονται πλέον από τους διαπλεκόμενους κροίσους.

Από την εποχή της αρχαίας τραγωδίας το γνωρίζουμε: «Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται!». Ας τα θυμηθούμε τα χρόνια της «νέας τραγωδίας» που βιώνει αυτός ο τόπος.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΤΑ ΝΕΑ

Advertisements
%d bloggers like this: