Το τέλος των φρι πρες

http://www.enet.gr/
Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΥ συγγραφέα.
Τις προάλλες, σ’ ένα βαγόνι του ΗΣΑΠ, υπήρξα μάρτυρας μιας πολύ αποκαλυπτικής σκηνής. Καθόμουν πλάι στο παράθυρο και δίπλα μου ήταν ένας ψαρομάλλης γύρω στα εξήντα πέντε. Ωσπου η θέση απέναντί μου ελευθερώθηκε και ήρθε να καθίσει μια εικοσάχρονη, με ένα από τα πιο γνωστά αθηναϊκά φρι πρες στο χέρι.
Η κοπέλα άρχισε να ξεφυλλίζει το έντυπο, και ήταν προφανές ότι δεν προλάβαινε να διαβάσει το παραμικρό, με την ταχύτητα που γύριζε τις σελίδες. Τελικά η μικρή έκλεισε την εφημερίδα, και τη στιγμή που τη δίπλωνε πάνω στα πόδια της, ο ψαρομάλλης τής απηύθυνε το λόγο.

«Μα, καλά», της είπε, «πώς είναι δυνατόν να παίρνετε ακόμα αυτές τις φυλλάδες; Στα χρόνια της φούσκας που προηγήθηκαν, μπορεί τα φρι πρες να εξέφραζαν το πνεύμα της εποχής, ακόμα και να αποτελούσαν ένα είδος πρωτοπορίας. Αφού το χρήμα δοξαζόταν τότε από την κοινωνία σαν Θεός, ήταν αναπόφευκτο να κυριαρχούν τα έντυπα που το κόστος και τα κέρδη τους προέρχονταν αποκλειστικά και μόνο από τη διαφήμιση. Φυσικά δημοσίευαν πράγματα που είτε δεν ενοχλούσαν είτε βόλευαν τους διαφημιζόμενους. Εξωράιζαν την πραγματικότητα και καλλώπιζαν την εικόνα της πόλης, και το αναγνωστικό κοινό ντοπαριζόταν με την ψευδαίσθηση ότι ζούσε σε μια μητρόπολη και όχι στην πρωτεύουσα μιας χώρας της περιφέρειας. Και όλοι ζούσαν καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα, όπως έλεγαν παλιά στα παραμύθια. Τώρα όμως; Τώρα που η κρίση διέλυσε αυτή την ψεύτικη, φανταχτερή βιτρίνα και το χρήμα έπαψε να ρέει; Τώρα που βασιλεύουν απ’ άκρη σ’ άκρη η ανεργία και η αφραγκιά, και η διαφήμιση σχεδόν δεν υφίσταται, τα φρι πρες έγιναν κάτι το οπισθοδρομικό, το παρωχημένο. Δεν είναι τυχαίο ότι έχουν πια τις μισές από τις σελίδες που είχαν κάποτε ή ότι τυπώνονται σε ελάχιστα αντίτυπα. Εχω δει με τα ίδια μου τα μάτια τους αστέγους να παίρνουν αυτά τα φύλλα δέκα δέκα για να τα μεταχειριστούν ως στρώμα το χειμώνα. Σ’ αυτό μόνο χρησιμεύουν πια!».

Η κοπέλα τού έριξε μια ματιά μόλις ο ψαρομάλλης έπαψε να μιλάει, κι όταν πια σιγουρεύτηκε ότι δεν θα υπήρχε συνέχεια, δίπλωσε δυο και τρεις φορές το φύλλο που κρατούσε στα χέρια της, κι ύστερα το έχωσε στο πλάι, εκεί που το κάθισμά της συναντούσε το τοίχωμα του βαγονιού. Εμεινα με τη σαφή αίσθηση ότι ο μονόλογος του συνεπιβάτη μας, αν δεν την είχε πείσει, την είχε τουλάχιστον κάνει να ντραπεί αρκετά, ώστε να εγκαταλείψει στην τύχη του το φρι πρες με το οποίο είχε μπει στο τρένο.

Advertisements
%d bloggers like this: